Ο μύθος της Ψυχής και του Έρωτα
Έρευνα και Επιμέλεια από την ομάδα του ArcadiaSpot
Η ιστορία αγάπης του Θεού Έρωτα και της Ψυχής αποτελεί μια από τις πιο όμορφες ιστορίες αγάπης.
Η Ψυχή ήταν κόρη ενός βασιλικού ζευγαριού που κυβερνούσε σε μια μεγάλη πόλη. Είχε δύο μεγαλύτερες αδερφές. Αυτή ήταν η μικρότερη και η πιο όμορφη. Η ομορφιά της ήταν τόσο εκθαμβωτική που μόνο με τη θεά Αφροδίτη θα μπορούσε να συγκριθεί. Όποιος την έβλεπε έπεφτε θαμπωμένος και την προσκυνούσε, σα να έβλεπε την ίδια τη θεά. Με τον καιρό λοιπόν πίστεψαν πως η Ψυχή δεν ήταν παρά η θεά της ομορφιάς που κατέβηκε στη Γη. Έτσι, σταμάτησαν να κάνουν θυσίες για την Αφροδίτη, κάτι που την εξόργησε. Έδωσε εντολή στο μονάκριβο γιο της, τον θεό Έρωτα, να τη βοηθήσει να πάρει εκδίκηση. Του ζήτησε να χτυπήσει την Ψυχή με τα βέλη του και να την κάνει να ερωτευτεί τον πιο ασήμαντο και περιφρονημένο άνθρωπο του κόσμου.
Ο Έρωτας υπακούοντας τη μητέρα του, πλησίασε την Ψυχή για να εκτελέσει την εντολή που είχε. Κοιτάζοντάς τη όμως, σαγηνεύτηκε από την ομορφιά της και με μια απρόσεκτη κίνηση τρυπήθηκε με το βέλος του. Την ερωτεύτηκε παράφορα.
Ο βασιλιάς λυπημένος για την κόρη του, που κανείς άντρας δεν την πλησίαζε και ήταν μόνη, απευθύνθηκε στο μαντείο για να ζητήσει βοήθεια από τον Απόλλωνα. Η απάντηση του θεού ήταν σκληρή: έπρεπε να οδηγήσει την κόρη του στολισμένη σαν νύφη του Κάτω Κόσμου στο πιο μακρινό βουνό. Εκεί θα συναντούσε το γαμπρό, ένα θανάσιμο ερπετό. Παρά το φόβο του, την οδήγησε εκεί και την άφησε μόνη της.

Ο άνεμος Ζέφυρος, τη σήκωσε και τη μετέφερε σε ένα μαγεμένο περιβόλι. Εκείνη περιπλανιόταν σαστισμένη μέχρι που είδε ένα ολόχρυσο παλάτι. Ξαφνιασμένη μπήκε μέσα. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή:
“Όλα όσα βλέπεις, κυρά μου, είναι δικά σου. Μη φοβάσαι. Είμαστε οι υπηρέτες σου”. Αυτοί λοιπόν, έκαναν τα πάντα για εκείνη χωρίς όμως να τους βλέπει. Το βράδυ, ο άντρας της πλάγιαζε μαζί της χωρίς όμως να τον δει ούτε εκείνον. Πριν ξημερώσει έφευγε. Έτσι, λοιπόν, συνεχίζονταν οι μέρες.

Πίσω στο σπίτι της οι γονείς και οι αδερφές της θρηνούσαν. Και η Ψυχή όμως, με δάκρυα στα μάτια, ζήτησε από τον μυστηριώδη άντρα της να επιτρέψει στις αδερφές της να έρθουν να της κρατήσουν συντροφιά. Ο Έρωτας δέχτηκε με τον όρο να μην την πείσουν να τον δει στο φως της μέρας, γιατί έτσι θα τον έχανε για πάντα. Η Ψυχή δέχεται. Εξάλλου και η ίδια τον έχει αγαπήσει πολύ
Οι αδερφές της Ψυχής φτάνουν στο βουνό να τη θρηνήσουν, αλλά με τη βοήθεια του Ζέφυρου την συναντούν και ηρεμούν. Σιγά σιγά όμως αρχίζουν να ζηλεύουν τα πλούτη της και σκέφτονται πώς θα κάνουν κακό στην Ψυχή.
Την πιέζουν συνέχεια να δουν τον άντρα της κι εκείνη αναγκάζεται να τους πει ψέματα πως είναι συνέχεια στα βουνά, κυνηγώντας. Ο Έρωτας γνωρίζοντας τις προθέσεις των αδερφών της πάντα την προειδοποιούσε να μην παραβεί την εντολή του. Η Ψυχή όμως κάνει λάθος και λέει στις αδερφές της πως ο άντρας της είναι έμπορος και όχι κυνηγός. Με τα πολλά την κάνουν να παραδεχτεί πως δεν τον έχει δει ποτέ και πως ο γαμπρός είναι το φοβερό φίδι που έλεγε στην προφητεία του ο Απόλλωνας. Της είπαν τη νύχτα να πάρει ένα λυχνάρι και να κόψει το κεφάλι του τέρατος.
Η Ψυχή βασανίστηκε πολύ αλλά πείστηκε να το κάνει. Όταν ο άντρας της πλάγιασε κοντά της, πλησίασε το λυχνάρι στο πρόσωπό του και η Ψυχή τα έχασε από την ομορφιά του. Μπροστά της βρισκόταν ο Έρωτας και ήταν πιο όμορφος από ότι φανταζόταν… Ξαφνιασμένη τρυπήθηκε από τα βέλη του και έτσι τον ερωτεύτηκε κι αυτή παράφορα. Ο μύθος της Ψυχής και του Έρωτα

Απελπισμένη από την αμυαλιά της πιάνει το μαχαίρι για να σκοτωθεί. Ξαφνικά πέφτει μια σταγόνα από το λυχνάρι πάνω στο σώμα του Έρωτα κι αυτός ξυπνάει. Πάει αμέσως να φύγει πετώντας αλλά η Ψυχή καταφέρνει να πιαστεί από το πόδι του και να πετάξει μαζί του. Κάποια στιγμή εξαντλημένη πέφτει στη γη χωρίς να σκοτωθεί. Εκεί συναντά τον Πάννα ο οποίος της δίνει θάρρος να συνεχίσει. Έτσι αποφασίζει να εκδικηθεί τις αδερφές της. Εκείνη τους είπε να πάνε στο βουνό γιατί ο Έρωτας τις ποθεί. Να πηδήξουν από εκεί και να μη φοβηθούν γιατί θα τις σώσει ο Ζέφυρος.
Ο Έρωτας είναι απαρηγόρητος στο σπίτι της μητέρας του.
Η Αφροδίτη ζήλεψε ξανά την αγάπη των δύο νέων και άρχισε να καταδιώκει την Ψυχή, ώσπου εκείνη να παραδοθεί. Τότε η θεά της υπέβαλε δοκιμασίες, όπως να ξεχωρίσει ανακατεμένους σπόρους όλων των ειδών, να μαζέψει το χρυσό μαλλί άγριων προβάτων και να της φέρει νερό από τη λίμνη της Στύγας.

Η Ψυχή τα κατάφερε με τη βοήθεια ζώων και στοιχείων της φύσης μέχρι που η Αφροδίτη της ζήτησε να κατέβει στον Άδη και να ζητήσει από την Περσεφόνη ένα παρασκεύασμα ομορφιάς. Μόλις η Ψυχή άγγιξε το παρασκεύασμα, έπεσε σε μαγικό ύπνο…
Ο Έρωτας όμως, που δεν μπορούσε να τη βλέπει άλλο να υποφέρει από τις δοκιμασίες της μητέρας του, και έχοντας πάρει πια τις αποδείξεις της αγάπης της, την ξύπνησε με ένα βέλος και ζήτησε από τον Δία να του δώσει την άδεια να την παντρευτεί.

Η Ψυχή παντρεύεται τον Έρωτα και κερδίζει την αθανασία. Σε λίγο καιρό φέρνει στον κόσμο το παιδί τους: Την Ηδονή.
